Δημητσάνα
Η Δημητσάνα με υψόμετρο 960 μέτρα είναι χτισμένη σε φυσικά οχυρή θέση της πλαγιάς του αρκαδικού ορεινού συστήματος, η οποία με απότομη κλίση πέφτει στη δυτική όχθη του Λούσιου Ποταμού.
Έχει κτισθεί πάνω σε πανάρχαια ερείπια στη θέση της Αρκαδικής πόλης Τεύθιδος της 2ης χιλιετηρίδας, της οποίας ζώνονται ερείπια τειχών της τύπου Τίρυνθας (1000-1500πΧ), αλλά και μεταγενέστερα, 4ου πΧ αιώνα.
ΣΕ ΜΙΚΡΗ ΑΠΟΣΤΑΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΚΕΝΤΡΟ ΕΙΝΑΙ Η ΠΛΑΤΕΙΑ ΤΗΣ ΑΓ. ΚΥΡΙΑΚΗΣ, ΜΕ ΤΟΝ ΑΝΔΡΙΑΝΤΑ ΤΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ Ε’ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΣΥΜΒΟΛΟ ΤΗΣ, Η ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ, ΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ, ΤΟ ΝΗΠΙΑΓΩΓΕΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΡΟΛΟΙ ΤΗΣ ΔΗΜΗΤΣΑΝΑΣ
Οι γειτονιές της, έχουν κάθε μια τους την εκκλησία της, εξυπηρετούνται με πλέγμα από στενά ανηφορικά δρομάκια. Στο κέντρο τη κωμόπολης είναι συγκεντρωμένα, καταστήματα, καφετέριες, καφενεία, εστιατόρια-ταβέρνες Τράπεζα, Αστυνομία, Μητρόπολη.
Η Δημητσάνα διατηρεί έντονα τον παραδοσιακό της χαρακτήρα, καθώς σώζεται ακόμη σε αυτόν μεγάλος αριθμός οικοδομών της, του 18ου αιώνα. Οι παραδοσιακές αυτές οικοδομές της, θεμελιωμένες σε έντονα κεκλιμένο βραχώδες έδαφος, είναι τριώροφες ακόμα και τετραώροφες στο χαμηλότερο σημείο της κλίσης του και μονώροφες και διώροφες στο ψηλότερο.
Το πρώτο γραπτό ιστορικό στοιχείο για τη Δημητσάνα το βρίσκουμε στους χρόνους των Βυζαντινών και συγκεκριμένα το 963μ.Χ όπου στο θρόνο του Αυτοκράτορα ήταν ο Νικηφόρος Φωκάς και γραμματέας του, Ο Δημητσανίτης Ιωάννης Λαμπάρδης ή Λαμπαρδόπουλος,. Για την μόρφωσή του, είχε πάρει το προσωνύμιο «Φιλόσοφος». Αποφάσισε να εγκαταλείψει τα εγκόσμια και γυρνώντας στην ιδιαίτερη πατρίδα του τη Δημητσάνα και να ιδρύσει τη Μονή Φιλοσόφου, την οποία θα σκόπευε να καταστήσει κέντρο σπουδών. Το 963 μ.Χ εφοδιάστηκε από τον Αυτοκράτορα τη ‘Νεαρά’ (τυπικός γραπτός βυζαντινός νόμος) και με ένα σιγίλιο του Πατριάρχη Πολύευκτου, γύρισε στη Δημητσάνα και έχτισε την Μονή Φιλοσόφου. Το σιγίλιο και η Νεαρά δεν σώζονται. Για καλή τύχη και άγνωστους λόγους το 1624 επι Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, Κυρίλλου Α΄ εκδόθηκε ένα ακριβές αντίγραφο του σιγιλίου και αυτό φυλάσσεται σήμερα.
Το 963 μ.χ αποτελεί ιστορικό σταθμό στην ιστορία της περιοχής μας. Από τον 9ο αιώνα έχει αρχίσει η ανασυγκρότησης με τη παρουσία της Βυζαντινής Διοικήσεως. Έχουν δημιουργηθεί δυο βυζαντινές πόλεις, η Δημητσάνα και ο Ατσίχωλος, κατέλαβαν τις αρχαίες πόλεις Τεύθις και Γόρτυνα. Το μαρτυρούν τα μνημεία των. Η Μονή Φιλοσόφου και ο ναός του Αγ. Ανδρέα 12ου αιώνα.
Δημητσανα – Κωνσταντινουπολη
Δημητσάνα, ιστορική κωμόπολη, έχει μακρά παράδοση στην παιδεία, το εμπόριο και την πνευματική ζωή, ιδιαίτερα κατά την Οθωμανική περίοδο. Η Κωνσταντινούπολη ήταν το διοικητικό κέντρο της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και συγκέντρωσε μεγάλο αριθμό Ελλήνων εμπόρων, κληρικών και διανοουμένων. Όπως συνέβη και με άλλους Έλληνες, αρκετοί Δημητσανίτες μετοίκησαν στην Κωνσταντινούπολη από τον 17ο έως τον 19ο αιώνα, είτε για λόγους εμπορικούς είτε για να αναζητήσουν καλύτερες συνθήκες ζωής και επαγγελματικής ανέλιξης, ενταγμένοι στη ρωμαίικη κοινότητας της Πόλης.
ΟΡΙΣΜΕΝΟΙ ΑΠΟ ΑΥΤΟΥΣ ΔΙΑΚΡΙΘΗΚΑΝ ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ ΣΤΗ ΦΑΝΑΡΙΩΤΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ, ΣΤΟ ΕΜΠΟΡΙΟ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ.
Πολλοί Δημητσανίτες εργάστηκαν ως έμποροι, τραπεζίτες και τεχνίτες στην Κωνσταντινούπολη. Επειδή η Δημητσάνα ήταν σημαντικό εκπαιδευτικό και θρησκευτικό κέντρο, αρκετοί απόφοιτοι της Σχολής της Δημητσάνας (που λειτουργούσε από τον 18ο αιώνα) κατευθύνονταν στην Πόλη για περαιτέρω σπουδές ή εκκλησιαστική καριέρα.
Η Σχολη Δημητσανας
Η Δημητσάνα από το 17ο αιώνα έως τον 19ο αιώνα αποτέλεσε σημαντικό πνευματικό κέντρο με έντονη παρουσία στον εκκλησιαστικό χώρο. Ιδρύθηκε το 1764 και αποτέλεσε ένα από τα ποιο σημαντικά εκπαιδευτικά κέντρα της Ορθόδοξης Ανατολής. Στη Σχολή εκπαιδεύονταν κληρικοί λόγιοι και διοικητικοί της Εκκλησίάς με τη διάδοση της Θεολογίας, φιλοσοφίας και την εκκλησιαστική παράδοση.
Απόφοιτοι της σχολής κατέλαβαν σημαντικές θέσεις στο Πατριαρχείο και σε ορθόδοξες κοινότητες. Η Σχολή ήταν καταφύγιο ελληνισμού και θρησκευτικής ταυτότητας από τη πίεση του οθωμανικού κράτους.
